ημιτελικός
[imiːteliˈkos]прилагательноеB1
Значения
1
полуфинальный
semifinal · ημιτελικός αγώνας — полуфинальный матч
Грамматика
мужской род
им.
ημιτελικός
вин.
ημιτελικό
род.
ημιτελικού
зват.
ημιτελικέ
женский род
им.
ημιτελική
вин.
ημιτελική
род.
ημιτελικής
зват.
ημιτελική
средний род
им.
ημιτελικό
вин.
ημιτελικό
род.
ημιτελικού
зват.
ημιτελικό
Примеры
Ο ημιτελικός του Κυπέλλου ήταν πολύ συναρπαστικός.
Полуфинал Кубка был очень захватывающим. · The semifinal of the Cup was very exciting.
Οι ημιτελικές αγώνες θα διεξαχθούν την επόμενη εβδομάδα.
Полуфинальные матчи пройдут на следующей неделе. · The semifinal matches will be held next week.
Περάσαμε στο ημιτελικό της διοργάνωσης.
Мы прошли в полуфинал турнира. · We made it to the semifinal of the tournament.