ημισφαίριο
[imiˈsferio]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
полушарие (одна из двух равных частей сферы)
hemisphere (one of two equal halves of a sphere) · το ημισφαίριο της Γης — полушарие Земли
2
полушарие мозга (анатомический термин)
cerebral hemisphere · το αριστερό ημισφαίριο — левое полушарие
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ημισφαίριο
вин.
το ημισφαίριο
род.
του ημισφαιρίου
зват.
ημισφαίριο
Мн. ч.
им.
τα ημισφαίρια
вин.
τα ημισφαίρια
род.
των ημισφαιρίων
зват.
ημισφαίρια
Примеры
Το βόρειο ημισφαίριο είναι ψυχρότερο το χειμώνα.
Северное полушарие зимой холоднее. · The Northern Hemisphere is colder in winter.
Οι δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου έχουν διαφορετικές λειτουργίες.
Два полушария мозга выполняют разные функции. · The two brain hemispheres have different functions.
Στο δυτικό ημισφαίριο ζουν εκατομμύρια άνθρωποι.
В западном полушарии проживают миллионы людей. · Millions of people live in the Western Hemisphere.
Το ανατολικό ημισφαίριο περιλαμβάνει την Ευρώπη και την Ασία.
Восточное полушарие включает Европу и Азию. · The Eastern Hemisphere includes Europe and Asia.