Греческий словарь
с грамматикой

ημερολόγιο

[imeɾoˈloʝio]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
календарь
calendar · το ημερολόγιο του τοίχου — календарь на стене
2
дневник, журнал (для записей)
diary, journal · γράφω στο ημερολόγιό μου — пишу в дневник

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ημερολόγιο
вин.
το ημερολόγιο
род.
του ημερολογίου
зват.
ημερολόγιο
Мн. ч.
им.
τα ημερολόγια
вин.
τα ημερολόγια
род.
των ημερολογίων
зват.
ημερολόγια

Примеры

Αγόρασα ένα καινούργιο ημερολόγιο για το 2024.
Я купил новый календарь на 2024 год. · I bought a new calendar for 2024.
Κρεμάω το ημερολόγιό μου στην κουζίνα.
Я вешаю мой календарь на кухне. · I hang my calendar in the kitchen.
Γράφω τα σχέδιά μου στο ημερολόγιό μου κάθε βράδυ.
Каждый вечер я записываю свои планы в дневник. · Every evening I write my plans in my diary.
Τα ημερολόγια των παιδιών είναι πολύχρωμα.
Дневники детей разноцветные. · The children's diaries are colourful.