ημερήσιος
[imerˈisios]прилагательноеB1
Значения
1
дневной, относящийся к дню
daily, relating to daytime · ημερήσια εργασία — дневная работа
2
суточный, длящийся один день
daily, lasting one day · ημερήσια παροχή — суточное пособие
Грамматика
мужской род
им.
ημερήσιος
вин.
ημερήσιο
род.
ημερησίου
зват.
ημερήσιε
женский род
им.
ημερήσια
вин.
ημερήσια
род.
ημερησίας
зват.
ημερήσια
средний род
им.
ημερήσιο
вин.
ημερήσιο
род.
ημερησίου
зват.
ημερήσιο
Примеры
Το ημερήσιο πρόγραμμα αρχίζει στις οκτώ το πρωί.
Дневная программа начинается в восемь утра. · The daily schedule starts at eight in the morning.
Η ημερήσια θερμοκρασία ήταν πολύ υψηλή.
Дневная температура была очень высокой. · The daytime temperature was very high.
Των εργατών η ημερήσια αμοιβή είναι λογική.
Суточная оплата рабочих справедлива. · The workers' daily pay is fair.
Τα ημερήσια νέα είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα.
Ежедневные новости доступны на сайте. · The daily news is available on the website.