Греческий словарь
с грамматикой

ηλιοθεραπεία

[ilioteraˈpia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
гелиотерапия, лечение солнцем
heliotherapy, sun therapy, treatment using sunlight · θεραπεία με τον ήλιο — лечение с помощью солнца

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ηλιοθεραπεία
вин.
την ηλιοθεραπεία
род.
της ηλιοθεραπείας
зват.
ηλιοθεραπεία
Мн. ч.
им.
οι ηλιοθεραπείες
вин.
τις ηλιοθεραπείες
род.
των ηλιοθεραπειών
зват.
ηλιοθεραπείες

Примеры

Η ηλιοθεραπεία είναι χρήσιμη για το δέρμα.
Гелиотерапия полезна для кожи. · Sun therapy is beneficial for the skin.
Ο γιατρός του συστήνει την ηλιοθεραπεία.
Врач ему рекомендует гелиотерапию. · The doctor recommends heliotherapy to him.
Πολλές ηλιοθεραπείες γίνονται στα θέρετρα.
Много сеансов гелиотерапии проводится на курортах. · Many sun therapy treatments take place at resorts.
Της αρέσει η ηλιοθεραπεία στην παραλία.
Ей нравится гелиотерапия на пляже. · She enjoys sun therapy at the beach.