ηλιθιότητα
[iliθiˈota]существительноеη · женский родB2
Значения
1
глупость, идиотизм
stupidity, idiocy · κάνει ηλιθιότητες — делает глупости
2
глупый поступок, глупое высказывание
a stupid act or remark · αυτό είναι μια ηλιθιότητα — это глупость
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ηλιθιότητα
вин.
την ηλιθιότητα
род.
της ηλιθιότητας
зват.
ηλιθιότητα
Мн. ч.
им.
οι ηλιθιότητες
вин.
τις ηλιθιότητες
род.
των ηλιθιοτήτων
зват.
ηλιθιότητες
Примеры
Αυτό που έκανες ήταν καθαρή ηλιθιότητα.
То, что ты сделал, было чистой глупостью. · What you did was sheer stupidity.
Δεν θα ακούσω τέτοιες ηλιθιότητες.
Я не буду слушать такие глупости. · I won't listen to such nonsense.
Η ηλιθιότητά του τον κόστισε πολύ.
Его глупость его много стоила. · His stupidity cost him dearly.