Греческий словарь
с грамматикой

ηλεκτρόδιο

[ilekˈtroðio]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
электрод
electrode · ηλεκτρόδιο μιας μπαταρίας — электрод батареи

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ηλεκτρόδιο
вин.
το ηλεκτρόδιο
род.
του ηλεκτροδίου
зват.
ηλεκτρόδιο
Мн. ч.
им.
τα ηλεκτρόδια
вин.
τα ηλεκτρόδια
род.
των ηλεκτροδίων
зват.
ηλεκτρόδια

Примеры

Το ηλεκτρόδιο συνδέεται με το αρνητικό πόλο.
Электрод соединяется с отрицательным полюсом. · The electrode is connected to the negative pole.
Τα ηλεκτρόδια του συγκολλητή είναι φθαρμένα.
Электроды сварочного аппарата изношены. · The welder's electrodes are worn out.
Χρειαζόμαστε νέα ηλεκτρόδια για την πειραματική διάταξη.
Нам нужны новые электроды для экспериментальной установки. · We need new electrodes for the experimental apparatus.