ηλεκτροπληξία
[ilektropliˈksia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
поражение электрическим током
electric shock · πληγή από ηλεκτρικό ρεύμα — травма от электрического тока
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ηλεκτροπληξία
вин.
την ηλεκτροπληξία
род.
της ηλεκτροπληξίας
зват.
ηλεκτροπληξία
Мн. ч.
им.
οι ηλεκτροπληξίες
вин.
τις ηλεκτροπληξίες
род.
των ηλεκτροπληξιών
зват.
ηλεκτροπληξίες
Примеры
Ο ηλεκτρολόγος έπαθε ηλεκτροπληξία στη δουλειά.
Электрик получил поражение электрическим током на работе. · The electrician suffered an electric shock at work.
Η ηλεκτροπληξία μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνη.
Поражение электротоком может быть очень опасным. · Electric shock can be very dangerous.
Περισσότερες περιπτώσεις ηλεκτροπληξίας συμβαίνουν το καλοκαίρι.
Больше случаев поражения электротоком происходит летом. · More cases of electrocution occur in summer.