ηλεκτρονικός
[ilektroˈnikos]прилагательноеA2
Значения
1
электронный, относящийся к электронике
electronic, relating to electronics · ηλεκτρονικός υπολογιστής — электронный компьютер
2
цифровой, электронный (о документах, письмах и т.п.)
digital, electronic (of documents, mail, etc.) · ηλεκτρονικό ταχυδρομείο — электронная почта
Грамматика
мужской род
им.
ηλεκτρονικός
вин.
ηλεκτρονικό
род.
ηλεκτρονικού
зват.
ηλεκτρονικέ
женский род
им.
ηλεκτρονική
вин.
ηλεκτρονική
род.
ηλεκτρονικής
зват.
ηλεκτρονική
средний род
им.
ηλεκτρονικό
вин.
ηλεκτρονικό
род.
ηλεκτρονικού
зват.
ηλεκτρονικό
Примеры
Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο είναι πολύ γρήγορο.
Электронная почта очень быстрая. · Electronic mail is very fast.
Αγόρασα έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή χθες.
Вчера я купил электронный компьютер. · I bought an electronic computer yesterday.
Η ηλεκτρονική τεχνολογία αλλάζει τη ζωή μας.
Электронные технологии меняют нашу жизнь. · Electronic technology is changing our lives.
Τα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι δημοφιλή στα παιδιά.
Электронные игры популярны у детей. · Electronic games are popular with children.