ηλεκτρισμός
[ilekˈtrizˈmos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
электричество
electricity · η δύναμη του ηλεκτρισμού — сила электричества
2
электрификация, электроснабжение
electrification, supply of electricity · ο ηλεκτρισμός του χωριού — электрификация деревни
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ηλεκτρισμός
вин.
τον ηλεκτρισμό
род.
του ηλεκτρισμού
зват.
ηλεκτρισμέ
Мн. ч.
им.
οι ηλεκτρισμοί
вин.
τους ηλεκτρισμούς
род.
των ηλεκτρισμών
зват.
ηλεκτρισμοί
Примеры
Ο ηλεκτρισμός είναι απαραίτητος για τη σύγχρονη ζωή.
Электричество необходимо для современной жизни. · Electricity is essential for modern life.
Το κόστος του ηλεκτρισμού αυξήθηκε πολύ φέτος.
Стоимость электричества сильно выросла в этом году. · The cost of electricity has risen a lot this year.
Χρειάζονται πολλά χρήματα για τον ηλεκτρισμό του νησιού.
Нужно много денег на электрификацию острова. · A lot of money is needed for the island's electrification.
Προσέχ τον ηλεκτρισμό όταν δουλεύεις με καλώδια.
Будь осторожен с электричеством, когда работаешь с проводами. · Be careful with electricity when working with wires.