ηλεκτρικός
[ilekˈtrikós]прилагательноеA1
Значения
1
электрический
electric · ηλεκτρικό ρεύμα — электрический ток
2
электрический, работающий на электричестве
electrical, powered by electricity · ηλεκτρική σκούπα — электрический пылесос
Грамматика
мужской род
им.
ηλεκτρικός
вин.
ηλεκτρικό
род.
ηλεκτρικού
зват.
ηλεκτρικέ
женский род
им.
ηλεκτρική
вин.
ηλεκτρική
род.
ηλεκτρικής
зват.
ηλεκτρική
средний род
им.
ηλεκτρικό
вин.
ηλεκτρικό
род.
ηλεκτρικού
зват.
ηλεκτρικό
Примеры
Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο είναι πολύ οικονομικό.
Этот электромобиль очень экономичен. · This electric car is very economical.
Χρειάζομαι ηλεκτρική ενέργεια για τη δουλειά μου.
Мне нужна электроэнергия для моей работы. · I need electrical energy for my work.
Ο ηλεκτρικός σταθμός είναι κοντά στο χωριό.
Электростанция находится рядом с деревней. · The power station is near the village.
Αγόρασα ηλεκτρικές συσκευές για την κουζίνα.
Я купил электрические приборы для кухни. · I bought electrical appliances for the kitchen.