Греческий словарь
с грамматикой

ηθοποιός

[iθopiˈos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
актёр
actor · ηθοποιός στο θέατρο — актёр в театре
2
притворщик, лицемер
hypocrite, person who pretends · είναι μόνο ηθοποιός — он просто притворяется

Грамматика

Ед. ч.
им.
o ηθοποιός
вин.
τον ηθοποιό
род.
του ηθοποιού
зват.
ηθοποιέ
Мн. ч.
им.
οι ηθοποιοί
вин.
τους ηθοποιούς
род.
των ηθοποιών
зват.
ηθοποιοί

Примеры

Ο ηθοποιός έδωσε μια εξαιρετική ερμηνεία.
Актёр дал исключительное исполнение. · The actor gave an outstanding performance.
Η ταινία έχει πολλούς διάσημους ηθοποιούς.
В фильме много известных актёров. · The film has many famous actors.
Δεν είναι αληθινός, είναι απλά ηθοποιός.
Он не искренний, просто притворяется. · He's not genuine, he's just play-acting.
Οι ηθοποιοί προετοιμάζονται για την πρεμιέρα.
Актёры готовятся к премьере. · The actors are preparing for the premiere.