Греческий словарь
с грамматикой

ηγούμαι

[iˈɣume]глаголB1

Значения

1
считать, полагать, думать
to consider, to think, to believe · ηγούμαι ότι είναι σωστό — я считаю, что это правильно
2
руководить, возглавлять
to lead, to head, to conduct · ηγείται της ομάδας — он возглавляет команду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ηγούμαι
εσύ
ηγείσαι
αυτός
ηγείται
εμείς
ηγούμαστε
εσείς
ηγείστε
αυτοί
ηγούνται
Аорист
εγώ
ηγήθηκα
εσύ
ηγήθηκες
αυτός
ηγήθηκε
εμείς
ηγηθήκαμε
εσείς
ηγηθήκατε
αυτοί
ηγήθηκαν
Будущее
εγώ
θα ηγηθώ
εσύ
θα ηγηθείς
αυτός
θα ηγηθεί
εμείς
θα ηγηθούμε
εσείς
θα ηγηθείτε
αυτοί
θα ηγηθούν

Примеры

Ηγούμαι ότι αυτή η απόφαση είναι λάθος.
Я думаю, что это решение ошибочно. · I think that this decision is wrong.
Ο διευθυντής ηγείται της εταιρείας με μεγάλη εμπειρία.
Директор руководит компанией с большим опытом. · The director leads the company with great experience.
Ηγήθηκαν του κινήματος για πολλά χρόνια.
Они возглавляли движение много лет. · They headed the movement for many years.
Θα ηγηθεί ο νέος πρόεδρος των διαπραγματεύσεων.
Новый президент будет вести переговоры. · The new president will lead the negotiations.