Греческий словарь
с грамматикой

ηγέομαι

[iˈʝeome]глаголB2

Значения

1
вести, руководить, возглавлять
to lead, to guide, to head · ηγείται της ομάδας — возглавляет команду
2
считать, полагать, думать
to consider, to believe, to think · ηγούμαι ότι είναι σωστό — считаю, что это правильно

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ηγούμαι
εσύ
ηγείσαι
αυτός
ηγείται
εμείς
ηγούμαστε
εσείς
ηγείστε
αυτοί
ηγούνται
Аорист
εγώ
ηγήθηκα
εσύ
ηγήθηκες
αυτός
ηγήθηκε
εμείς
ηγηθήκαμε
εσείς
ηγηθήκατε
αυτοί
ηγήθηκαν
Будущее
εγώ
θα ηγηθώ
εσύ
θα ηγηθείς
αυτός
θα ηγηθεί
εμείς
θα ηγηθούμε
εσείς
θα ηγηθείτε
αυτοί
θα ηγηθούν

Примеры

Ο πρόεδρος ηγείται της χώρας με σοφία.
Президент мудро руководит страной. · The president leads the country wisely.
Ηγούμαι ότι πρέπει να δούμε τα πράγματα διαφορετικά.
Я считаю, что нужно смотреть на вещи по-другому. · I believe we should look at things differently.
Ηγήθηκε της αποστολής με μεγάλη ευθύνη.
Он возглавил миссию с большой ответственностью. · He led the mission with great responsibility.
Όλοι ηγούνται ότι είναι ικανός για αυτή τη δουλειά.
Все считают, что он способен на эту работу. · Everyone thinks he is capable of this job.