Греческий словарь
с грамматикой

ζωγραφίζω

[zoɣraˈfizo]глаголA2

Значения

1
рисовать, писать (картину)
to paint, to draw · ζωγραφίζω ένα τοπίο — рисую пейзаж
2
изображать, описывать
to depict, to describe · ζωγραφίζει την κατάσταση — описывает ситуацию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ζωγραφίζω
εσύ
ζωγραφίζεις
αυτός
ζωγραφίζει
εμείς
ζωγραφίζουμε
εσείς
ζωγραφίζετε
αυτοί
ζωγραφίζουν
Аорист
εγώ
ζωγράφισα
εσύ
ζωγράφισες
αυτός
ζωγράφισε
εμείς
ζωγραφίσαμε
εσείς
ζωγραφίσατε
αυτοί
ζωγράφισαν
Будущее
εγώ
θα ζωγραφίσω
εσύ
θα ζωγραφίσεις
αυτός
θα ζωγραφίσει
εμείς
θα ζωγραφίσουμε
εσείς
θα ζωγραφίσετε
αυτοί
θα ζωγραφίσουν

Примеры

Ο Γιάννης ζωγραφίζει πίνακες με λάδι.
Янис пишет картины маслом. · Yiannis paints pictures in oil.
Χθες ζωγράφισα το σπίτι μας.
Вчера я нарисовал наш дом. · Yesterday I drew our house.
Θα ζωγραφίσουν τα παιδιά με χρώματα.
Дети будут рисовать красками. · The children will paint with colours.
Αυτή η φωτογραφία ζωγραφίζει την αγάπη του.
Эта фотография отражает его любовь. · This photograph captures his love.