Греческий словарь
с грамматикой

ζυμώνω

[ziˈmono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
закваживать, делать закваску
to leaven, to add leaven to dough · ζυμώνω το ψωμί — закваживаю хлеб
2
вызывать, провоцировать (беспорядки, смуту)
to stir up, to incite (unrest, discord) · ζυμώνει διαταραχές — провоцирует беспорядки

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ζυμώνω
εσύ
ζυμώνεις
αυτός
ζυμώνει
εμείς
ζυμώνουμε
εσείς
ζυμώνετε
αυτοί
ζυμώνουν
Аорист
εγώ
ζύμωσα
εσύ
ζύμωσες
αυτός
ζύμωσε
εμείς
ζυμώσαμε
εσείς
ζυμώσατε
αυτοί
ζύμωσαν
Будущее
εγώ
θα ζυμώσω
εσύ
θα ζυμώσεις
αυτός
θα ζυμώσει
εμείς
θα ζυμώσουμε
εσείς
θα ζυμώσετε
αυτοί
θα ζυμώσουν

Примеры

Ζυμώνω τη ζύμη με λίγο αλάτι.
Я закваживаю тесто с небольшим количеством соли. · I leaven the dough with a little salt.
Οι πολιτικοί ζύμωσαν την κοινωνία.
Политики раздули смуту в обществе. · The politicians stirred up discord in society.
Θα ζυμώσουμε το ψωμί αύριο το πρωί.
Завтра с утра мы будем закваживать хлеб. · Tomorrow morning we will leaven the bread.