Греческий словарь
с грамматикой

ζυγοστατώ

[ziɣostaˈto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)C1

Значения

1
держать равновесие, балансировать
to balance, to maintain equilibrium · ζυγοστατώ στη σκάλα — балансирую на лестнице
2
колебаться, быть в неопределённом положении
to waver, to be in a precarious position · ζυγοστατώ ανάμεσα σε δύο απόψεις — колеблюсь между двумя мнениями

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ζυγοστατώ
εσύ
ζυγοστατάς
αυτός
ζυγοστατά
εμείς
ζυγοστατούμε
εσείς
ζυγοστατάτε
αυτοί
ζυγοστατούν
Аорист
εγώ
ζυγοστάτησα
εσύ
ζυγοστάτησες
αυτός
ζυγοστάτησε
εμείς
ζυγοστατήσαμε
εσείς
ζυγοστατήσατε
αυτοί
ζυγοστάτησαν
Будущее
εγώ
θα ζυγοστατήσω
εσύ
θα ζυγοστατήσεις
αυτός
θα ζυγοστατήσει
εμείς
θα ζυγοστατήσουμε
εσείς
θα ζυγοστατήσετε
αυτοί
θα ζυγοστατήσουν

Примеры

Ο ακροβάτης ζυγοστατά στο σχοινί με μεγάλη κομψότητα.
Акробат балансирует на канате с большой грацией. · The acrobat balances on the rope with great grace.
Ζυγοστάτησα για λίγο πριν πέσω.
Я ненадолго удержал равновесие, прежде чем упасть. · I managed to keep my balance briefly before falling.
Η χώρα ζυγοστατά ανάμεσα στις δύο δυνάμεις.
Страна колеблется между двумя державами. · The country wavers between the two powers.