ζορίζω
[zoˈrizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
изнурять, истощать
to exhaust, to tire out · ζορίζω κάποιον με ερωτήσεις — изнурять кого-то вопросами
2
беспокоить, тревожить
to trouble, to worry · δεν με ζορίζει — меня это не беспокоит
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ζορίζω
εσύ
ζορίζεις
αυτός
ζορίζει
εμείς
ζορίζουμε
εσείς
ζορίζετε
αυτοί
ζορίζουν
Аорист
εγώ
ζόρισα
εσύ
ζόρισες
αυτός
ζόρισε
εμείς
ζορίσαμε
εσείς
ζορίσατε
αυτοί
ζόρισαν
Будущее
εγώ
θα ζορίσω
εσύ
θα ζορίσεις
αυτός
θα ζορίσει
εμείς
θα ζορίσουμε
εσείς
θα ζορίσετε
αυτοί
θα ζορίσουν
Примеры
Οι συνεχείς δημοσκοπήσεις ζόρισαν τον πληθυσμό.
Непрерывные опросы изнурили население. · Constant polls exhausted the population.
Δεν με ζορίζει η κριτική.
Критика меня не беспокоит. · Criticism doesn't trouble me.
Θα τον ζορίσω με τις ερωτήσεις μου.
Я буду изнурять его своими вопросами. · I'll wear him down with my questions.
Ζορίζεται από τις υποχρεώσεις του.
Он измучен своими обязательствами. · He is worn out by his obligations.