ζιγκολό
[ziŋɡoˈlo]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
зигзаг, зигзагообразная линия
zigzag, zigzag line · γραμμή σε ζιγκολό — линия зигзагом
2
зигзагообразное движение
zigzag movement, weaving motion · κινείται σε ζιγκολό — движется зигзагом
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ζιγκολό
вин.
το ζιγκολό
род.
του ζιγκολό
зват.
ζιγκολό
Мн. ч.
им.
τα ζιγκολό
вин.
τα ζιγκολό
род.
των ζιγκολό
зват.
ζιγκολό
Примеры
Ο δρόμος ανεβαίνει σε ζιγκολό προς το βουνό.
Дорога поднимается зигзагом на гору. · The road goes up in a zigzag toward the mountain.
Το αυτοκίνητο κινείται σε ζιγκολό για να αποφύγει τις λακκούβες.
Автомобиль движется зигзагом, чтобы избежать ям. · The car weaves in a zigzag to avoid the potholes.
Η γραμμή ζιγκολό είναι χαρακτηριστική του σχεδίου.
Зигзагообразная линия характерна для этого орнамента. · The zigzag line is characteristic of the pattern.