Греческий словарь
с грамматикой

ζηλεύω

[ziˈlevo]глаголB1

Значения

1
завидовать, испытывать зависть
to envy, to be jealous of · ζηλεύω τον φίλο μου — я завидую своему другу
2
ревновать, испытывать ревность
to be jealous (of a partner) · ζηλεύει τη γυναίκα του — он ревнует свою жену

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ζηλεύω
εσύ
ζηλεύεις
αυτός
ζηλεύει
εμείς
ζηλεύουμε
εσείς
ζηλεύετε
αυτοί
ζηλεύουν
Аорист
εγώ
ζήλεψα
εσύ
ζήλεψες
αυτός
ζήλεψε
εμείς
ζηλέψαμε
εσείς
ζηλέψατε
αυτοί
ζήλεψαν
Будущее
εγώ
θα ζηλέψω
εσύ
θα ζηλέψεις
αυτός
θα ζηλέψει
εμείς
θα ζηλέψουμε
εσείς
θα ζηλέψετε
αυτοί
θα ζηλέψουν

Примеры

Ζηλεύω τη θέση που έχει στη δουλειά.
Я завидую его должности на работе. · I envy the position he has at work.
Πολλοί άνθρωποι ζηλεύουν όσους έχουν περισσότερα.
Многие люди завидуют тем, у кого есть больше. · Many people envy those who have more.
Ζήλεψε όταν είδε τη νέα της φίλης της.
Она ревновала, когда увидела подруги её нового друга. · She became jealous when she saw his new friend.
Δεν πρέπει να ζηλεύεις τη ζωή των άλλων.
Не следует завидовать жизни других людей. · You shouldn't envy other people's lives.