Греческий словарь
с грамматикой

ζεσταίνομαι

[zestˈɛnome]глаголA2

Значения

1
греться, согреваться
to warm up, to get warm · ζεσταίνομαι στον ήλιο — греюсь на солнце
2
становиться горячим (о жидкости, еде)
to heat up, to become hot (of food, liquid) · το νερό ζεσταίνεται — вода нагревается

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ζεσταίνομαι
εσύ
ζεσταίνεσαι
αυτός
ζεσταίνεται
εμείς
ζεσταινόμαστε
εσείς
ζεσταίνεστε
αυτοί
ζεσταίνονται
Аорист
εγώ
ζεστάθηκα
εσύ
ζεστάθηκες
αυτός
ζεστάθηκε
εμείς
ζεστάθηκαν
εσείς
ζεστάθηκαν
αυτοί
ζεστάθηκαν
Будущее
εγώ
θα ζεσταθώ
εσύ
θα ζεσταθείς
αυτός
θα ζεσταθεί
εμείς
θα ζεσταθούμε
εσείς
θα ζεσταθείτε
αυτοί
θα ζεσταθούν

Примеры

Το παιδί ζεσταίνεται κοντά στο τζάκι.
Ребёнок греется у камина. · The child is warming himself by the fireplace.
Θα ζεσταθώ λίγο και θα φύγω.
Я немного согреюсь и уйду. · I'll warm up a bit and then leave.
Ο καφές ζεστάθηκε γρήγορα.
Кофе быстро нагрелся. · The coffee heated up quickly.
Ζεστάσου λίγο πριν ξεκινήσεις.
Согрейся немного перед тем как начать. · Warm up a bit before you start.