Греческий словарь
с грамматикой

ζαλίζω

[zaˈlizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
кружить (голову), вызывать головокружение
to make dizzy, to cause vertigo · Με ζαλίζει το ύψος — Меня кружит от высоты
2
ошеломлять, приводить в замешательство
to overwhelm, to confuse, to bewilder · Με ζάλισαν τα νέα — Я был ошеломлён новостями

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ζαλίζω
εσύ
ζαλίζεις
αυτός
ζαλίζει
εμείς
ζαλίζουμε
εσείς
ζαλίζετε
αυτοί
ζαλίζουν
Аорист
εγώ
ζάλισα
εσύ
ζάλισες
αυτός
ζάλισε
εμείς
ζαλίσαμε
εσείς
ζαλίσατε
αυτοί
ζάλισαν
Будущее
εγώ
θα ζαλίσω
εσύ
θα ζαλίσεις
αυτός
θα ζαλίσει
εμείς
θα ζαλίσουμε
εσείς
θα ζαλίσετε
αυτοί
θα ζαλίσουν

Примеры

Τα πολλά φώτα και οι θόρυβος με ζαλίζουν.
Много света и шум кружат мне голову. · The bright lights and noise make me dizzy.
Η ταχύτητα του αυτοκινήτου τη ζάλισε πολύ.
Скорость автомобиля её сильно ошеломила. · The speed of the car overwhelmed her.
Δεν με ζαλίζουν τα ύψη όπως τους άλλους.
Высота меня не кружит, как других. · Heights don't make me dizzy like they do others.
Έχει ζαλίσει από τον πόνο και την κόπωση.
Он потерял сознание от боли и усталости. · He has been overwhelmed by pain and exhaustion.