Греческий словарь
с грамматикой

ζαλίζομαι

[zaˈlizome]глаголA2

Значения

1
кружиться (голова), испытывать головокружение
feel dizzy, have vertigo · το κεφάλι μου ζαλίζεται — у меня кружится голова
2
теряться, смущаться, быть растерянным
be confused, feel bewildered · ζαλίστηκα από τις ερωτήσεις — я растерялся от вопросов

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ζαλίζομαι
εσύ
ζαλίζεσαι
αυτός
ζαλίζεται
εμείς
ζαλιζόμαστε
εσείς
ζαλίζεστε
αυτοί
ζαλίζονται
Аорист
εγώ
ζαλίστηκα
εσύ
ζαλίστηκες
αυτός
ζαλίστηκε
εμείς
ζαλιστήκαμε
εσείς
ζαλιστήκατε
αυτοί
ζαλίστηκαν
Будущее
εγώ
θα ζαλιστώ
εσύ
θα ζαλιστείς
αυτός
θα ζαλιστεί
εμείς
θα ζαλιστούμε
εσείς
θα ζαλιστείτε
αυτοί
θα ζαλιστούν

Примеры

Το πλοίο κινείται και ζαλίζομαι.
Корабль качается, и у меня кружится голова. · The ship is rocking and I feel dizzy.
Ζαλίστηκα όταν άκουσα τα νέα.
Я растерялся, когда услышал эту новость. · I was bewildered when I heard the news.
Μετά την περιστροφή, όλα ζαλίζονταν.
После вращения все кружилось вокруг. · After spinning around, everything was spinning.
Δε θα ζαλιστώ από αυτό το παιχνίδι.
Я не растеряюсь из-за этой игры. · I won't be confused by this game.