ζήτημα
[ˈziːtima]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
вопрос, проблема
question, issue, problem · ένα δύσκολο ζήτημα — сложный вопрос
2
дело, случай
matter, case · το ζήτημα της υγείας — вопрос здоровья
3
диспут, спор
dispute, controversy · ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα — спорный вопрос
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ζήτημα
вин.
το ζήτημα
род.
του ζητήματος
зват.
ζήτημα
Мн. ч.
им.
τα ζητήματα
вин.
τα ζητήματα
род.
των ζητημάτων
зват.
ζητήματα
Примеры
Αυτό είναι ένα σημαντικό ζήτημα για όλους μας.
Это важный вопрос для всех нас. · This is an important issue for all of us.
Το ζήτημα της εκπαίδευσης είναι πολύ επίκαιρο.
Вопрос образования очень актуален. · The question of education is very timely.
Συζητούσαν τα ζητήματα της πολιτικής για ώρες.
Они обсуждали политические вопросы часами. · They debated political matters for hours.
Δεν είναι ζήτημα χρημάτων αλλά αρχών.
Речь идёт не о деньгах, а о принципах. · It is not a matter of money but of principles.