Греческий словарь
с грамматикой

ζάω

[ˈzao]глаголA1

Значения

1
жить
to live · Ζω στην Αθήνα — Я живу в Афинах
2
существовать, быть в живых
to exist, to be alive · Ο παππούς μας ακόμα ζει — Наш дедушка всё ещё живой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ζω
εσύ
ζεις
αυτός
ζει
εμείς
ζούμε
εσείς
ζείτε
αυτοί
ζουν
Аорист
εγώ
έζησα
εσύ
έζησες
αυτός
έζησε
εμείς
ζήσαμε
εσείς
ζήσατε
αυτοί
έζησαν
Будущее
εγώ
θα ζήσω
εσύ
θα ζήσεις
αυτός
θα ζήσει
εμείς
θα ζήσουμε
εσείς
θα ζήσετε
αυτοί
θα ζήσουν

Примеры

Ζω μόνος στο κέντρο της πόλης.
Я живу один в центре города. · I live alone in the city centre.
Οι γονείς μας έζησαν μια δύσκολη εποχή.
Наши родители прожили трудные времена. · Our parents lived through difficult times.
Θα ζήσουμε μια αξέχαστη εμπειρία σήμερα.
Мы переживём незабываемый опыт сегодня. · We will have an unforgettable experience today.
Ζώντας εδώ, μάθαμε πολλά.
Живя здесь, мы много научились. · Living here, we learned a lot.