Греческий словарь
с грамматикой

εύχομαι

[ˈefxome]глаголB1

Значения

1
желать, пожелать кому-то
to wish, to express a wish for someone · Σου εύχομαι καλή υγεία. — Желаю тебе крепкого здоровья.
2
молиться, просить у богов
to pray, to beseech the gods · Εύχομαι στη Θεά. — Молюсь богине.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εύχομαι
εσύ
εύχεσαι
αυτός
εύχεται
εμείς
ευχόμαστε
εσείς
εύχεστε
αυτοί
εύχονται
Аорист
εγώ
ευχήθηκα
εσύ
ευχήθηκες
αυτός
ευχήθηκε
εμείς
ευχηθήκαμε
εσείς
ευχηθήκατε
αυτοί
ευχήθηκαν
Будущее
εγώ
θα ευχηθώ
εσύ
θα ευχηθείς
αυτός
θα ευχηθεί
εμείς
θα ευχηθούμε
εσείς
θα ευχηθείτε
αυτοί
θα ευχηθούν

Примеры

Σας εύχομαι καλή χρονιά!
Желаю вам счастливого Нового года! · I wish you a happy new year!
Ευχόμαστε να περάσετε καλά.
Мы желаем вам хорошо провести время. · We hope you have a good time.
Στην αρχαιότητα, οι άνθρωποι ευχόταν στους θεούς.
В древности люди молились богам. · In antiquity, people prayed to the gods.
Θα ευχηθώ για την υγεία του.
Я буду молиться за его здоровье. · I will pray for his health.