εύρεση
[ˈevreseː]существительноеη · женский родB1
Значения
1
находка, обнаружение
finding, discovery · η εύρεση του κλειδιού — находка ключа
2
результат поиска, находка (то, что найдено)
find, something discovered · μια σημαντική εύρεση — важная находка
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εύρεση
вин.
την εύρεση
род.
της εύρεσης
зват.
εύρεση
Мн. ч.
им.
οι ευρέσεις
вин.
τις ευρέσεις
род.
των ευρέσεων
зват.
ευρέσεις
Примеры
Η εύρεση του αρχαίου κεραμικού ήταν σημαντική για τη μελέτη.
Обнаружение древней керамики было важно для исследования. · The discovery of the ancient pottery was important for the research.
Αυτή η εύρεση αποδεικνύει τη θεωρία του αρχαιολόγου.
Эта находка доказывает теорию археолога. · This find proves the archaeologist's theory.
Οι ευρέσεις στο ανασκαφικό χώρο ήταν εντυπωσιακές.
Находки на раскопках были впечатляющими. · The finds at the excavation site were impressive.
Περιμένουν την εύρεση νέων στοιχείων.
Они ждут обнаружения новых доказательств. · They await the discovery of new evidence.