Греческий словарь
с грамматикой

εφοδιάζω

[efoˈðjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
снабжать, обеспечивать
to supply, to equip, to provide · εφοδιάζω κάποιον με τροφές — снабжать кого-то продовольствием
2
вооружать
to arm · εφοδιάζω στρατιώτες με όπλα — вооружать солдат оружием

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εφοδιάζω
εσύ
εφοδιάζεις
αυτός
εφοδιάζει
εμείς
εφοδιάζουμε
εσείς
εφοδιάζετε
αυτοί
εφοδιάζουν
Аорист
εγώ
εφοδίασα
εσύ
εφοδίασες
αυτός
εφοδίασε
εμείς
εφοδιάσαμε
εσείς
εφοδιάσατε
αυτοί
εφοδίασαν
Будущее
εγώ
θα εφοδιάσω
εσύ
θα εφοδιάσεις
αυτός
θα εφοδιάσει
εμείς
θα εφοδιάσουμε
εσείς
θα εφοδιάσετε
αυτοί
θα εφοδιάσουν

Примеры

Η κυβέρνηση εφοδίασε τις περιοχές με τροφές.
Правительство снабдило районы продовольствием. · The government supplied the regions with food.
Θα εφοδιάσουμε το εργοτάξιο με όλα τα απαραίτητα υλικά.
Мы будем обеспечивать строительную площадку всеми необходимыми материалами. · We will equip the construction site with all necessary materials.
Εφοδιάζονται με σύγχρονο εξοπλισμό.
Их снабжают современным оборудованием. · They are being supplied with modern equipment.
Ο δάσκαλος εφοδίαζε τους μαθητές με βιβλία.
Учитель обеспечивал учеников книгами. · The teacher provided the students with books.