Греческий словарь
с грамматикой

εφευρίσκω

[efevˈrisko]глаголB2

Значения

1
изобретать, придумывать
to invent, to devise · εφευρίσκει μια νέα μέθοδο — придумывает новый способ
2
находить, открывать (способ, средство)
to discover, to find (a way, a means) · εφευρίσκουν λύση στο πρόβλημα — находят решение проблемы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εφευρίσκω
εσύ
εφευρίσκεις
αυτός
εφευρίσκει
εμείς
εφευρίσκουμε
εσείς
εφευρίσκετε
αυτοί
εφευρίσκουν
Аорист
εγώ
εφεύρισα
εσύ
εφεύρισες
αυτός
εφεύρισε
εμείς
εφευρίσαμε
εσείς
εφευρίσατε
αυτοί
εφεύρισαν
Будущее
εγώ
θα εφευρίσω
εσύ
θα εφευρίσεις
αυτός
θα εφευρίσει
εμείς
θα εφευρίσουμε
εσείς
θα εφευρίσετε
αυτοί
θα εφευρίσουν

Примеры

Ο Γαλιλαίος εφεύρισε το τηλεσκόπιο.
Галилей изобрёл телескоп. · Galileo invented the telescope.
Πώς εφευρίσκουν οι επιστήμονες νέα φάρμακα;
Как учёные находят новые лекарства? · How do scientists discover new medicines?
Θα εφευρίσει κάποιον άλλο δικαιολογία.
Он придумает какое-нибудь другое оправдание. · He will come up with some other excuse.