ευχαριστημένος
[efxaristiˈmenos]прилагательноеB1
Значения
1
довольный, удовлетворённый
satisfied, content · ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα — доволен результатом
2
благодарный
grateful, thankful · ευχαριστημένος για την βοήθεια — благодарен за помощь
Грамматика
мужской род
им.
ευχαριστημένος
вин.
ευχαριστημένο
род.
ευχαριστημένου
зват.
ευχαριστημένε
женский род
им.
ευχαριστημένη
вин.
ευχαριστημένη
род.
ευχαριστημένης
зват.
ευχαριστημένη
средний род
им.
ευχαριστημένο
вин.
ευχαριστημένο
род.
ευχαριστημένου
зват.
ευχαριστημένο
Примеры
Είμαι πολύ ευχαριστημένος με την εξυπηρέτηση.
Я очень доволен обслуживанием. · I am very satisfied with the service.
Η ευχαριστημένη πελάτις επέστρεψε την επόμενη εβδομάδα.
Довольная клиентка вернулась на следующей неделе. · The satisfied customer came back the following week.
Είναι ευχαριστημένος για την ευκαιρία που του δόθηκε.
Он благодарен за предоставленный ему шанс. · He is grateful for the opportunity given to him.
Οι ευχαριστημένοι επισκέπτες άφησαν καλές κριτικές.
Довольные посетители оставили хорошие отзывы. · The satisfied visitors left good reviews.