ευχαρίστηση
[efxaˈristisi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
благодарность, признательность
gratitude, thanks · εκφράζω ευχαρίστηση — выражаю благодарность
2
удовольствие, удовлетворение
pleasure, satisfaction · με ευχαρίστηση — с удовольствием
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ευχαρίστηση
вин.
την ευχαρίστηση
род.
της ευχαρίστησης
зват.
ευχαρίστηση
Мн. ч.
им.
οι ευχαριστήσεις
вин.
τις ευχαριστήσεις
род.
των ευχαριστήσεων
зват.
ευχαριστήσεις
Примеры
Σας ευχαριστώ για την ευχαρίστηση.
Спасибо вам за удовольствие. · Thank you for the pleasure.
Δέχομαι την πρόσκλησή του με ευχαρίστηση.
Я принимаю его приглашение с удовольствием. · I accept his invitation with pleasure.
Η ευχαρίστησή του ήταν ειλικρινής.
Его благодарность была искренней. · His gratitude was sincere.
Πρέπει να του εκφράσω την ευχαρίστησή μου.
Я должен выразить ему свою признательность. · I must express my thanks to him.