Греческий словарь
с грамматикой

ευτυχώ

[eftiˈxo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
быть счастливым, счастливиться
to be happy, to be fortunate · ευτυχώ με την οικογένειά μου — я счастлив со своей семьёй
2
удаваться, иметь удачу (в чём-либо)
to succeed, to have the good fortune (to do something) · ευτύχησε να βρει δουλειά — ему посчастливилось найти работу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ευτυχώ
εσύ
ευτυχείς
αυτός
ευτυχεί
εμείς
ευτυχούμε
εσείς
ευτυχείτε
αυτοί
ευτυχούν
Аорист
εγώ
ευτύχησα
εσύ
ευτύχησες
αυτός
ευτύχησε
εμείς
ευτυχήσαμε
εσείς
ευτυχήσατε
αυτοί
ευτύχησαν
Будущее
εγώ
θα ευτυχήσω
εσύ
θα ευτυχήσεις
αυτός
θα ευτυχήσει
εμείς
θα ευτυχήσουμε
εσείς
θα ευτυχήσετε
αυτοί
θα ευτυχήσουν

Примеры

Ευτυχώ που έχω καλούς φίλους.
Я счастлив, что у меня есть хорошие друзья. · I am happy to have good friends.
Ευτύχησε να περάσει στις εξετάσεις.
Ему посчастливилось сдать экзамен. · He was fortunate enough to pass the exam.
Ευτυχούν με τη ζωή τους στο χωριό.
Они счастливы своей жизнью в деревне. · They are happy with their life in the village.
Θα ευτυχήσουμε αν ταξιδέψουμε μαζί.
Мы будем счастливы, если поедем вместе. · We will be happy if we travel together.