Греческий словарь
с грамматикой

ευνοώ

[evnoˈo]глаголB2

Значения

1
благоприятствовать, способствовать, помогать
to favour, to be favourable to, to promote · οι συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη — условия способствуют развитию
2
оказывать предпочтение, отдавать предпочтение
to show favour to, to prefer · ο δάσκαλος ευνοεί ορισμένους μαθητές — учитель отдаёт предпочтение некоторым ученикам

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ευνοώ
εσύ
ευνοείς
αυτός
ευνοεί
εμείς
ευνοούμε
εσείς
ευνοείτε
αυτοί
ευνοούν
Аорист
εγώ
ευνόησα
εσύ
ευνόησες
αυτός
ευνόησε
εμείς
ευνοήσαμε
εσείς
ευνοήσατε
αυτοί
ευνόησαν
Будущее
εγώ
θα ευνοήσω
εσύ
θα ευνοήσεις
αυτός
θα ευνοήσει
εμείς
θα ευνοήσουμε
εσείς
θα ευνοήσετε
αυτοί
θα ευνοήσουν

Примеры

Το μεγάλο ύψος ευνοεί τον παίκτη στο μπάσκετ.
Большой рост способствует успеху баскетболиста. · Tall height favours the basketball player.
Οι πολιτικές της κυβέρνησης ευνοούν τις μικρές επιχειρήσεις.
Политика правительства благоприятствует малому бизнесу. · The government's policies favour small businesses.
Ο διευθυντής ευνόησε τον νέο υπάλληλο με αύξηση.
Директор оказал предпочтение новому сотруднику, дав ему повышение. · The director favoured the new employee with a raise.