Греческий словарь
с грамматикой

ευλογώ

[evloˈɣo]глаголB1

Значения

1
благословлять, благословить
to bless · ευλογώ κάποιον — благословлять человека
2
одобрять, поддерживать
to approve of, to endorse · ευλογώ την απόφασή του — одобрять его решение
3
благодарить (в устойчивом выражении)
to praise, to give thanks (in fixed expressions) · ευλογώ τον θεό — благодарю Бога

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ευλογώ
εσύ
ευλογείς
αυτός
ευλογεί
εμείς
ευλογούμε
εσείς
ευλογείτε
αυτοί
ευλογούν
Аорист
εγώ
ευλόγησα
εσύ
ευλόγησες
αυτός
ευλόγησε
εμείς
ευλογήσαμε
εσείς
ευλογήσατε
αυτοί
ευλόγησαν
Будущее
εγώ
θα ευλογώ
εσύ
θα ευλογείς
αυτός
θα ευλογεί
εμείς
θα ευλογούμε
εσείς
θα ευλογείτε
αυτοί
θα ευλογούν

Примеры

Ο ιερέας ευλογεί τους πιστούς.
Священник благословляет верующих. · The priest blesses the faithful.
Ευλογώ την απόφασή σου να φύγεις.
Я одобряю твоё решение уехать. · I approve of your decision to leave.
Ευλογημένη η ημέρα που σε γνώρισα.
Благословен день, когда я тебя встретил. · Blessed be the day I met you.
Θα ευλογήσουμε το φαγητό πριν φάμε.
Мы благословим еду перед тем, как есть. · We will bless the food before eating.