Греческий словарь
с грамматикой

ευκολία

[efkoˈlia]существительноеη · женский родA2

Значения

1
лёгкость, простота
easiness, simplicity · η ευκολία της δουλειάς — лёгкость работы
2
удобство
convenience · για την ευκολία σας — для вашего удобства

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ευκολία
вин.
την ευκολία
род.
της ευκολίας
зват.
ευκολία
Мн. ч.
им.
οι ευκολίες
вин.
τις ευκολίες
род.
των ευκολιών
зват.
ευκολίες

Примеры

Αυτή η εργασία έχει μεγάλη ευκολία.
Эта работа очень простая. · This task is very easy.
Με ευκολία έλυσε το πρόβλημα.
Он легко решил проблему. · He solved the problem with ease.
Η ευκολία πρόσβασης είναι σημαντική.
Удобство доступа очень важно. · Accessibility is important.