Греческий словарь
с грамматикой

ευθύνομαι

[efˈθino̞me]глаголB2

Значения

1
быть ответственным, отвечать (за что-либо)
to be responsible, to answer (for something) · ευθύνεται για τα λάθη του — он отвечает за свои ошибки
2
обвинять, возлагать вину
to blame, to hold accountable · τον ευθύνουν για την αποτυχία — его обвиняют в неудаче

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ευθύνομαι
εσύ
ευθύνεσαι
αυτός
ευθύνεται
εμείς
ευθυνόμαστε
εσείς
ευθύνεστε
αυτοί
ευθύνονται
Аорист
εγώ
ευθύνθηκα
εσύ
ευθύνθηκες
αυτός
ευθύνθηκε
εμείς
ευθύνθηκαμε
εσείς
ευθύνθηκατε
αυτοί
ευθύνθηκαν
Будущее
εγώ
θα ευθυνθώ
εσύ
θα ευθυνθείς
αυτός
θα ευθυνθεί
εμείς
θα ευθυνθούμε
εσείς
θα ευθυνθείτε
αυτοί
θα ευθυνθούν

Примеры

Ο διευθυντής ευθύνεται για τις αποφάσεις της εταιρείας.
Директор несёт ответственность за решения компании. · The director is responsible for the company's decisions.
Δεν μπορούν να με ευθύνουν για κάτι που δεν έκανα.
Они не могут обвинять меня в том, чего я не делал. · They cannot blame me for something I didn't do.
Ευθύνθηκε για την καθυστέρηση του έργου.
Он был привлечён к ответственности за задержку проекта. · He was held accountable for the project's delay.
Θα ευθυνθούν όλοι για τα λάθη τους.
Все будут отвечать за свои ошибки. · Everyone will answer for their mistakes.