ευελιξία
[evˈelɪkˈsi.a]существительноеη · женский родB2
Значения
1
гибкость, подвижность (физическая)
flexibility, suppleness (physical) · η ευελιξία του σώματος — гибкость тела
2
гибкость, адаптивность (в действиях, методах, мышлении)
flexibility, adaptability (in approach, methods, thinking) · ευελιξία στη στρατηγική — гибкость в стратегии
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ευελιξία
вин.
την ευελιξία
род.
της ευελιξίας
зват.
ευελιξία
Мн. ч.
им.
οι ευελιξίες
вин.
τις ευελιξίες
род.
των ευελιξιών
зват.
ευελιξίες
Примеры
Η γιμναστική αυξάνει την ευελιξία των μυών.
Гимнастика увеличивает гибкость мышц. · Gymnastics increases muscle flexibility.
Χρειάζεται ευελιξία για να προσαρμοστούμε στις αλλαγές.
Нужна гибкость, чтобы приспособиться к изменениям. · We need flexibility to adapt to changes.
Οι εργοδότες εκτιμούν την ευελιξία στη δουλειά.
Работодатели ценят гибкость в работе. · Employers value flexibility in the workplace.