ευγνωμοσύνη
[efɣnomoˈsini]существительноеη · женский родB1
Значения
1
благодарность, признательность
gratitude, thankfulness · χάρη και ευγνωμοσύνη — благодарность и признание
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ευγνωμοσύνη
вин.
την ευγνωμοσύνη
род.
της ευγνωμοσύνης
зват.
ευγνωμοσύνη
Мн. ч.
им.
οι ευγνωμοσύνες
вин.
τις ευγνωμοσύνες
род.
των ευγνωμοσυνών
зват.
ευγνωμοσύνες
Примеры
Του εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου για τη βοήθεια.
Я выражаю ему свою благодарность за помощь. · I express my gratitude to him for the help.
Η ευγνωμοσύνη είναι μια σημαντική αρετή.
Благодарность — это важная добродетель. · Gratitude is an important virtue.
Με ευγνωμοσύνη θυμάμαι τον δάσκαλό μου.
С благодарностью вспоминаю моего учителя. · I remember my teacher with gratitude.
Δεν του αρκούσε η ευγνωμοσύνη των άλλων.
Ему было недостаточно благодарности других. · He was not satisfied with the gratitude of others.