εστιάτορας
[eˈstjatoras]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
владелец ресторана, ресторатор
restaurant owner, restaurateur · ο εστιάτορας του καλού εστιατορίου — владелец хорошего ресторана
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο εστιάτορας
вин.
τον εστιάτορα
род.
του εστιάτορα
зват.
εστιάτορα
Мн. ч.
им.
οι εστιάτοροι
вин.
τους εστιάτορες
род.
των εστιατόρων
зват.
εστιάτοροι
Примеры
Ο εστιάτορας φιλοξενεί τους πελάτες του καθημερινά.
Ресторатор ежедневно принимает своих клиентов. · The restaurateur welcomes his customers every day.
Ο καλός εστιάτορας ξέρει τι θέλουν οι πελάτες του.
Хороший ресторатор знает, чего хотят его посетители. · A good restaurant owner knows what his diners want.
Συναντήθηκα με τους εστιάτορες της περιοχής.
Я встретился с рестораторами района. · I met with the restaurateurs in the area.