Греческий словарь
с грамматикой

εστιάζω

[estiˈazo]глаголB1

Значения

1
устраивать обед или ужин; угощать гостей
to host a meal; to entertain guests at dinner · εστιάζω φίλους — угощаю друзей
2
пировать, участвовать в пиршестве
to feast, to take part in a banquet · εστιάζουν στο συμπόσιο — пируют на пиру

Грамматика

Настоящее время
εγώ
εστιάζω
εσύ
εστιάζεις
αυτός
εστιάζει
εμείς
εστιάζουμε
εσείς
εστιάζετε
αυτοί
εστιάζουν
Аорист
εγώ
εστίασα
εσύ
εστίασες
αυτός
εστίασε
εμείς
εστιάσαμε
εσείς
εστιάσατε
αυτοί
εστίασαν
Будущее
εγώ
θα εστιάσω
εσύ
θα εστιάσεις
αυτός
θα εστιάσει
εμείς
θα εστιάσουμε
εσείς
θα εστιάσετε
αυτοί
θα εστιάσουν

Примеры

Την Κυριακή εστιάζει τους φίλους της στο σπίτι.
В воскресенье она угощает своих друзей у себя дома. · On Sunday she hosts her friends at her house.
Εστίασαν πολλούς καλεσμένους χθες το βράδυ.
Вчера вечером они устроили пиршество для многих гостей. · They entertained many guests yesterday evening.
Θα εστιάσουμε με τα καλύτερα φαγητά της περιοχής.
Мы их угостим лучшими блюдами этого региона. · We will treat them to the region's finest dishes.