εστία
[esˈtia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
очаг, камин (в доме)
fireplace, hearth (in a home) · η εστία του σπιτιού — очаг дома
2
домашний очаг, семья, дом
home, family hearth, domestic life · στη δική του εστία — в своём доме
3
центр, средоточие (переносно)
centre, focal point (figuratively) · εστία της πολιτισμού — центр культуры
Грамматика
Ед. ч.
им.
η εστία
вин.
την εστία
род.
της εστίας
зват.
εστία
Мн. ч.
им.
οι εστίες
вин.
τις εστίες
род.
των εστιών
зват.
εστίες
Примеры
Το χειμώνα κάθονταν όλοι γύρω από την εστία.
Зимой все сидели вокруг очага. · In winter they all sat around the fireplace.
Η εστία της οικογένειας είναι το πιο σημαντικό.
Семейный очаг — самое главное. · The family home is what matters most.
Αυτή η πόλη είναι εστία της τέχνης και της ιστορίας.
Этот город является центром искусства и истории. · This city is a centre of art and history.
Γύρισε στην εστία του μετά από πολλά χρόνια.
Он вернулся в свой дом после многих лет. · He returned to his home after many years.