Греческий словарь
с грамматикой

ερώτηση

[eˈroːtisi]существительноеη · женский родA1

Значения

1
вопрос
question · Έχεις κάποια ερώτηση; — У тебя есть вопрос?
2
проблема, вопрос (дело, тема)
matter, issue · Είναι μια δύσκολη ερώτηση. — Это сложный вопрос.

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ερώτηση
вин.
την ερώτηση
род.
της ερώτησης
зват.
ερώτηση
Мн. ч.
им.
οι ερωτήσεις
вин.
τις ερωτήσεις
род.
των ερωτήσεων
зват.
ερωτήσεις

Примеры

Θέλω να κάνω μια ερώτηση.
Я хочу задать вопрос. · I want to ask a question.
Απάντησε στην ερώτηση του δασκάλου.
Он ответил на вопрос учителя. · He answered the teacher's question.
Οι ερωτήσεις του εξετάσματος ήταν δύσκολες.
Вопросы экзамена были сложными. · The exam questions were difficult.