ερωτευμένος
[eɾoteˈmenos]прилагательноеA2
Значения
1
влюбленный, влюбленный в кого-то
in love, in love with someone · ερωτευμένος στη Μαρία — влюбленный в Марию
2
очарованный, восхищенный чем-то
infatuated with, besotted with something · ερωτευμένος με τη μουσική — очарованный музыкой
Грамматика
мужской род
им.
ερωτευμένος
вин.
ερωτευμένο
род.
ερωτευμένου
зват.
ερωτευμένε
женский род
им.
ερωτευμένη
вин.
ερωτευμένη
род.
ερωτευμένης
зват.
ερωτευμένη
средний род
им.
ερωτευμένο
вин.
ερωτευμένο
род.
ερωτευμένου
зват.
ερωτευμένο
Примеры
Ο Γιάννης είναι ερωτευμένος με τη νέα του συνάδελφο.
Янис влюбился в свою новую коллегу. · Yannis is in love with his new colleague.
Είμαστε και οι δύο ερωτευμένοι με αυτή την πόλη.
Мы оба в восхищении от этого города. · We are both besotted with this city.
Η ερωτευμένη κοπέλα δεν έμεινε ήσυχη ούτε μια στιγμή.
Влюбленная девушка не могла усидеть ни минуты. · The infatuated girl couldn't sit still for a moment.
Φαίνονται πολύ ερωτευμένα το ένα με το άλλο.
Они явно влюблены друг в друга. · They look very much in love with each other.