Греческий словарь
с грамматикой

ερμηνεύω

[ermiˈnevo]глаголB1

Значения

1
объяснять, интерпретировать
to explain, to interpret · ερμηνεύω ένα κείμενο — объясняю текст
2
исполнять (музыку, роль)
to perform, to play (music, a role) · ερμηνεύω ένα τραγούδι — исполняю песню

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ερμηνεύω
εσύ
ερμηνεύεις
αυτός
ερμηνεύει
εμείς
ερμηνεύουμε
εσείς
ερμηνεύετε
αυτοί
ερμηνεύουν
Аорист
εγώ
ερμήνευσα
εσύ
ερμήνευσες
αυτός
ερμήνευσε
εμείς
ερμηνεύσαμε
εσείς
ερμηνεύσατε
αυτοί
ερμήνευσαν
Будущее
εγώ
θα ερμηνεύσω
εσύ
θα ερμηνεύσεις
αυτός
θα ερμηνεύσει
εμείς
θα ερμηνεύσουμε
εσείς
θα ερμηνεύσετε
αυτοί
θα ερμηνεύσουν

Примеры

Ο καθηγητής ερμηνεύει τα κείμενα πολύ καλά.
Преподаватель очень хорошо объясняет тексты. · The professor explains the texts very well.
Η ηθοποιός ερμήνευσε τον ρόλο με μεγάλη δύναμη.
Актриса сыграла роль с большой силой. · The actress performed the role with great power.
Πώς ερμηνεύεις αυτό το πίνακα;
Как ты интерпретируешь эту картину? · How do you interpret this painting?
Θα ερμηνεύσει το λαϊκό τραγούδι στη συναυλία.
Он исполнит народную песню на концерте. · He will perform the folk song at the concert.