ερημώνω
[eriˈmono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
опустошать, разорять
to devastate, to lay waste · ερημώνω μια περιοχή — опустошаю регион
2
делать пустым, обезлюдивать
to depopulate, to empty of inhabitants · ερημώνω μια πόλη — обезлюдиваю город
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ερημώνω
εσύ
ερημώνεις
αυτός
ερημώνει
εμείς
ερημώνουμε
εσείς
ερημώνετε
αυτοί
ερημώνουν
Аорист
εγώ
ερήμωσα
εσύ
ερήμωσες
αυτός
ερήμωσε
εμείς
ερημώσαμε
εσείς
ερημώσατε
αυτοί
ερήμωσαν
Будущее
εγώ
θα ερημώσω
εσύ
θα ερημώσεις
αυτός
θα ερημώσει
εμείς
θα ερημώσουμε
εσείς
θα ερημώσετε
αυτοί
θα ερημώσουν
Примеры
Ο πόλεμος ερήμωσε ολόκληρες περιοχές της χώρας.
Война опустошила целые регионы страны. · The war devastated entire regions of the country.
Η φτώχεια και η ανεργία ερημώνουν τις κοινωνίες.
Бедность и безработица разоряют общества. · Poverty and unemployment devastate societies.
Αν συνεχιστούν οι αναταραχές, θα ερημώσουν όλη την περιοχή.
Если беспорядки продолжатся, опустошат весь регион. · If the turmoil continues, it will lay waste to the entire area.