Греческий словарь
с грамматикой

ερευνώ

[erevˈno]глаголB1

Значения

1
исследовать, изучать
to research, to investigate, to study · ερευνώ ένα θέμα — исследовать тему
2
обыскивать, тщательно искать
to search, to examine thoroughly · ερευνώ τα τσέπες — обыскивать карманы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ερευνώ
εσύ
ερευνάς
αυτός
ερευνά
εμείς
ερευνούμε
εσείς
ερευνάτε
αυτοί
ερευνούν
Аорист
εγώ
έρευνα
εσύ
έρευνες
αυτός
έρευνε
εμείς
ερευνήσαμε
εσείς
ερευνήσατε
αυτοί
έρευναν
Будущее
εγώ
θα ερευνήσω
εσύ
θα ερευνήσεις
αυτός
θα ερευνήσει
εμείς
θα ερευνήσουμε
εσείς
θα ερευνήσετε
αυτοί
θα ερευνήσουν

Примеры

Οι επιστήμονες ερευνούν τα αίτια της ασθένειας.
Учёные исследуют причины болезни. · Scientists are researching the causes of the disease.
Έρευνα το κουτί και βρες το κλειδί.
Обыщи коробку и найди ключ. · Search the box and find the key.
Η αστυνομία ερευνά τα γεγονότα του περιστατικού.
Полиция расследует обстоятельства инцидента. · The police are investigating the circumstances of the incident.
Θα ερευνήσουμε διεξοδικά όλες τις δυνατότητες.
Мы тщательно изучим все возможности. · We will thoroughly examine all possibilities.