ερευνητικός
[erevniˈtikos]прилагательноеB2
Значения
1
исследовательский, научно-исследовательский
research, investigative · ερευνητικό έργο — исследовательская работа
2
любознательный, исследующий
inquisitive, inquiring · ερευνητικό πνεύμα — исследовательский дух
Грамматика
мужской род
им.
ερευνητικός
вин.
ερευνητικό
род.
ερευνητικού
зват.
ερευνητικέ
женский род
им.
ερευνητική
вин.
ερευνητική
род.
ερευνητικής
зват.
ερευνητική
средний род
им.
ερευνητικό
вин.
ερευνητικό
род.
ερευνητικού
зват.
ερευνητικό
Примеры
Το ερευνητικό κέντρο διεξάγει σημαντικές μελέτες.
Исследовательский центр проводит важные исследования. · The research centre conducts important studies.
Έχει ερευνητικό πνεύμα και αγάπη για τη γνώση.
У него исследовательский дух и любовь к знаниям. · He has an inquisitive spirit and a love of knowledge.
Οι ερευνητικές ομάδες συνεργάζονται διεθνώς.
Научные группы сотрудничают на международном уровне. · Research teams collaborate internationally.
Αυτή η ερευνητική μεθοδολογία είναι καινοτόμος.
Эта методология исследования инновационна. · This research methodology is innovative.