ερευνητής
[e.ref.niˈtis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
исследователь, учёный
researcher, scientist · ο ερευνητής μελετά τα φαινόμενα — исследователь изучает явления
2
следователь, детектив
investigator, detective · ο ερευνητής εξετάζει το έγκλημα — следователь изучает преступление
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ερευνητής
вин.
τον ερευνητή
род.
του ερευνητή
зват.
ερευνητή
Мн. ч.
им.
οι ερευνητές
вин.
τους ερευνητές
род.
των ερευνητών
зват.
ερευνητές
Примеры
Ο ερευνητής ανακάλυψε μια σημαντική θεωρία.
Учёный открыл важную теорию. · The researcher discovered an important theory.
Οι ερευνητές δούλεψαν στο εργαστήριο όλη τη νύχτα.
Исследователи работали в лаборатории всю ночь. · The researchers worked in the laboratory all night.
Συζητήσαμε με τον ερευνητή για τα αποτελέσματα.
Мы обсудили с исследователем результаты. · We discussed the results with the researcher.
Το όνομα του ερευνητή είναι γνωστό σε όλη την Ευρώπη.
Имя учёного известно по всей Европе. · The researcher's name is known throughout Europe.