ερειπωμένος
[eˈripomenos]прилагательноеB2
Значения
1
разрушенный, развалившийся
ruined, in ruins, dilapidated · ερειπωμένο κτίριο — развалившееся здание
2
разорённый, приведённый в упадок
ruined, devastated (economically or morally) · ερειπωμένη περιουσία — разорённое имущество
Грамматика
мужской род
им.
ερειπωμένος
вин.
ερειπωμένο
род.
ερειπωμένου
зват.
ερειπωμένε
женский род
им.
ερειπωμένη
вин.
ερειπωμένη
род.
ερειπωμένης
зват.
ερειπωμένη
средний род
им.
ερειπωμένο
вин.
ερειπωμένο
род.
ερειπωμένου
зват.
ερειπωμένο
Примеры
Τα ερειπωμένα κτίρια στο κέντρο της πόλης χρειάζονται επισκευή.
Развалившиеся здания в центре города нуждаются в ремонте. · The ruined buildings in the city centre need repair.
Βρέθηκε στο ερειπωμένο κάστρο του 15ου αιώνα.
Она была найдена в развалившемся замке XV века. · She was found in the ruined castle of the 15th century.
Η ερειπωμένη οικονομία της χώρας απαιτούσε αναδιάρθρωση.
Разорённая экономика страны требовала реструктуризации. · The devastated economy of the country required restructuring.