εργοτάξιο
[erɡoˈtaksjo]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
строительная площадка, стройка
construction site, building site · εργοτάξιο για ένα νέο κτίριο — стройка нового здания
Грамматика
Ед. ч.
им.
το εργοτάξιο
вин.
το εργοτάξιο
род.
του εργοταξίου
зват.
εργοτάξιο
Мн. ч.
им.
τα εργοτάξια
вин.
τα εργοτάξια
род.
των εργοταξίων
зват.
εργοτάξια
Примеры
Το εργοτάξιο είναι κλειστό τις Κυριακές.
Строительная площадка закрыта по воскресеньям. · The construction site is closed on Sundays.
Δουλεύω σε ένα μεγάλο εργοτάξιο στο κέντρο.
Я работаю на большой стройке в центре города. · I work on a large construction site in the city centre.
Τα εργοτάξια της πόλης δημιουργούν πολλό θόρυβο.
Строительные площадки города создают много шума. · The construction sites in the city create a lot of noise.
Περάσαμε δίπλα από το εργοτάξιο του νέου μετρό.
Мы прошли мимо стройки нового метро. · We walked past the new metro construction site.